ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΧΩΜΕΝΙΔΗ

«…Εγώ βαθιά νομικά ποτέ δεν έμαθα. Ούτε και μου χρειάστηκαν ποτέ. Τελείωσα την Σχολή το ’87, άνοιξα γραφείο το ’90 – μη φανταστείς καμιά χλιδή, τρίαντα τετραγωνικά στην Κάνιγγος, με κοινόχρηστη τουαλέτα. Για την επόμενη εικοσαετία, μέρα δεν έμεινα χωρίς δουλειά. Τη μία έκανα ελέγχους τίτλων στο υποθηκοφυλακείο, την άλλη έκανα παράσταση σε κάποιο συμβόλαιο. Αναλάμβανα κανένα αυτοκινητιστικό, κανένα διαζύγιο, κανένα απλό εργατικό… Μία χαρά την έβγαζα. Όχι πως πλούτισα, μα τίποτα δεν έλειψε ούτε σε μένα ούτε στη γυναίκα μου -νηπιαγωγός η Φανή, στο Δημόσιο- ούτε στα δυο παιδιά μου. Τι ξένες γλώσσες και κολυμβητήρια, τι μπάρμπεκιου στο εξοχικό, τι στα μπουζούκια μια φορά το μήνα μίνιμουμ, τι ταξιδάκια στο εξωτερικό… Και αν μου τύχαινε -άντρας είμαι- κάνα τυχερό, στα καλύτερα ξενοδοχεία θα το πήγαινα το γκομενάκι, τα πιο σέξι εσώρουχα θα του αγόραζα… Εδώ και μία τριετία όμως, φίλε μου, χέσ’ τα κι άσ’ τα! Κανένας δεν πληρώνει δικηγόρο πια για ψιλοδιαφορές, προτιμούν να συμβιβαστούν παρά να τραβιούνται στα δικαστήρια. Οι υποχρεωτικές παραστάσεις τείνουν να καταργηθούν, ακόμα και τα διαζύγια έχουν πέσει στο ναδίρ, το σκέφτεται ο άλλος εκατό φορές να χωρίσει μέσα στην κρίση. Τα έξοδα, από την άλλη, τρέχουν: Χαράτσια, τιμολόγια, ταμεία… Αν συνεχίσει έτσι η ιστορία, σε δύο -σε τρία;- χρόνια, θα καταντήσει ασύμφορο για μένα να δικηγορώ. Και τότε τι θα κάνω, πες μου εσύ! Στα πενηνταπέντε μου, θα καταντήσω κλέφτης ή ζητιάνος;».

«…Εγώ βαθιά νομικά ποτέ δεν έμαθα. Ούτε και μου χρειάστηκαν ποτέ. Τελείωσα την Σχολή το ’87, άνοιξα γραφείο το ’90 – μη φανταστείς καμιά χλιδή, τρίαντα τετραγωνικά στην Κάνιγγος, με κοινόχρηστη τουαλέτα. Για την επόμενη εικοσαετία, μέρα δεν έμεινα χωρίς δουλειά. Τη μία έκανα ελέγχους τίτλων στο υποθηκοφυλακείο, την άλλη έκανα παράσταση σε κάποιο συμβόλαιο. Αναλάμβανα κανένα αυτοκινητιστικό, κανένα διαζύγιο, κανένα απλό εργατικό… Μία χαρά την έβγαζα. Όχι πως πλούτισα, μα τίποτα δεν έλειψε ούτε σε μένα ούτε στη γυναίκα μου -νηπιαγωγός η Φανή, στο Δημόσιο- ούτε στα δυο παιδιά μου. Τι ξένες γλώσσες και κολυμβητήρια, τι μπάρμπεκιου στο εξοχικό, τι στα μπουζούκια μια φορά το μήνα μίνιμουμ, τι ταξιδάκια στο εξωτερικό… Και αν μου τύχαινε -άντρας είμαι- κάνα τυχερό, στα καλύτερα ξενοδοχεία θα το πήγαινα το γκομενάκι, τα πιο σέξι εσώρουχα θα του αγόραζα… Εδώ και μία τριετία όμως, φίλε μου, χέσ’ τα κι άσ’ τα! Κανένας δεν πληρώνει δικηγόρο πια για ψιλοδιαφορές, προτιμούν να συμβιβαστούν παρά να τραβιούνται στα δικαστήρια. Οι υποχρεωτικές παραστάσεις τείνουν να καταργηθούν, ακόμα και τα διαζύγια έχουν πέσει στο ναδίρ, το σκέφτεται ο άλλος εκατό φορές να χωρίσει μέσα στην κρίση. Τα έξοδα, από την άλλη, τρέχουν: Χαράτσια, τιμολόγια, ταμεία… Αν συνεχίσει έτσι η ιστορία, σε δύο -σε τρία;- χρόνια, θα καταντήσει ασύμφορο για μένα να δικηγορώ. Και τότε τι θα κάνω, πες μου εσύ! Στα πενηνταπέντε μου, θα καταντήσω κλέφτης ή ζητιάνος;».